Ιστορικά Στοιχεία
Το Ηράκλειο είναι ένα προάστιο της Αθήνας που βρίσκεται στα βόρεια του πολεοδομικού συγκροτήματος της πρωτεύουσας. Συνορεύει δυτικά με τη Μεταμόρφωση, βόρεια με τη Λυκόβρυση, ανατολικά με την Πεύκη και το Μαρούσι και νότια με τη Νέα Ιωνία. Έχει πληθυσμό 45.926 κατοίκους (2001), έκταση 4,6 τ.χλμ. και υψόμετρο που κυμαίνεται μεταξύ των 140-210 μέτρων. Οι κοινωνικές τάξεις που ζουν στην περιοχή είναι κυρίως μικρομεσαίες αστικές.
Στην αρχαιότητα εκεί που βρίσκεται το σημερινό Ηράκλειο υπήρχε ο αρχαίος Δήμος Ηφαιστιάδων(ή Ιφιστία), ο οποίος άνηκε στην Ακαμαντίδα φυλή. Η φυλή αυτή έλαβε το όνομα της από τον Ακάμαντα γιό του Θησέα. Ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει ότι στην περιοχή ο Πλάτωνας είχε στην κατοχή του ένα μεγάλο κτήμα. Στη Ρωμαϊκή εποχή υπήρχε ένα Ρωμαϊκό αγρόκτημα (λατιφούντιο) στο Άνω Ηράκλειο. Απόδειξη είναι τα πηγαδάκια που υπήρχαν γύρω από την οδό Αγίου Γεωργίου που τα χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι στα αγροκτήματά τους για να αποθηκεύουν και να ψήχουν τους καρπούς. Τα πηγαδάκια αυτά ήταν κιούπια θαμμένα στη γη χωρητικότητας 400 λίτρων κτισμένα από τούβλα με άριστη επικάλυψη ποταμίσιας άμμου.
Οι Αρβανίτες κάτοικοι του Αρακλίου τα χρησιμοποιούσαν με σκοπό να κρύβουν από τους Τούρκους, σιτάρι, κριθάρι, και γενικά τα προϊόντα τους. Οι Βαυαροί πίστευαν, λανθασμένα, ότι τα κιούπια τα είχαν φτιάξει οι Αρβανίτες. Την ίδια εποχή κτίστηκε ο ναός του Ηρακλέους, ο οποίος βρισκόταν στο σημείο που σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Γεώργιος. Ο ναός αυτός αναφέρεται και από τον Παυσανία. Από το Ηράκλειο περνούσε και το Αδριάνειο υδραγωγείο που κατασκευάστηκε τον 2ο αι. μ.Χ. Το έργο είχε μήκος 25 χλμ και μετέφερε το νερό της Πάρνηθας μέσω Μενιδίου, Μεταμόρφωσης, Ηρακλείου, Καποδιστρίου, Χαλανδρίου, Ν.Ψυχικού, Αμπελοκήπων στον Λυκαβηττό. Σώζεται μέχρι της μέρες μας τμήμα του στην οδό Εθνομαρτύρων στο Π.Ηράκλειο. Στα Βυζαντινά χρόνια, στα νότια του σημερινού Δήμου υπήρχε ο οικισμός των Χαλκωματάδων, το όνομά του οφείλεται στην οικογένεια των Χαλκωματάδων που είχε βυζαντινή καταγωγή, και όπως φανερώνει και το όνομά της, η κύρια απασχόλησή της ήταν η εξόρυξη του χαλκού. Οι κάτοικοι εκείνη την εποχή ασχολούνται κυρίως με την γεωργία, την κτηνοτροφία και την εξόρυξη χαλκού. Το Ηράκλειο αποτελούσε μέρος του μεγάλου ελαιώνα της Αττικής. Στα Οθωμανικά χρόνια, γύρω στo 1600, οι Αλβανόφωνοι κάτοικοι του έκτισαν το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στο σημείο που βρισκόταν το αρχαίο ιερό του Ηρακλή, με υλικά από αυτό για να καθαγιαστεί όπως πίστευαν. Μέχρι την επανάσταση του ’21 οι ντόπιοι Αρβανίτες απόγονοι των κολλήγων του κτήματος του Χατζή Αλή Χασεκή (Βοτανικός κήπος) ονόμαζαν την περιοχή Αράκλι και ζούσαν στο Άνω Ηράκλειο γύρω στους 70 ανθρώπους ασχολούμενοι με την κτηνοτροφία. Το ’21 λόγω των συρράξεων οι κάτοικοι εγκατέλειψαν την περιοχή. Τον Μάιο του 1837 ο Όθωνας ύστερα από την αίτηση 4 στρατιωτικών για μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα (Νάιδελ, Βέρνερ, Βούθ, Ζίγλερ) και την προσπάθεια ευρέσεως του κατάλληλου χώρου εξέδωσε Διάταγμα με το οποίο ίδρυε τη Βαυαρική Στρατιωτική αποικία Ηρακλείου. Για να βρουν το κατάλληλο μέρος τοποθέτησαν σε διάφορα μέρη της Αττικής κομμάτια κρέατος για να δούνε που θα αργήσει να πήξει και επειδή άργησε εδώ επιλέξανε το Ηράκλειο λόγω του ότι το μέρος είχε λιγότερη υγρασία.
Το ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού προέβλεπε ένα οικοδομικό τετράγωνο με πλευρά 150 μέτρων περίπου με πλευρές την Πίνδου, τη Χαλκίδος, τον Άγιο Λουκά και τον Άγιο Γεώργιο. Στις γωνίες τους προβλεπόταν πυργίσκοι που θα φύλαγαν τον οικισμό. Λόγω του μεγάλου κόστους και του περιορισμένου ενδιαφέροντος από πλευράς Βαυαρών όλα αυτά έμειναν στα χαρτιά και κτίστηκε μόνο η νότια και η δυτική πλευρά, δηλαδή η σημερινή Ι.Φιξ και η Ηρακλείου από τον Άγιο Λουκά μέχρι την Κομνηνού.
Η αποικία προμηθευόταν νερό από τον παλιό αγωγό ύδρευσης Κηφισιάς-Ηρακλείου, ο οποίος ανακατασκευάστηκε. Τα μεταγενέστερα χρόνια βρήκαν νερό σε πηγάδι πίσω από το Ηρώο, ενώ τον 20ο αι. μέχρι τη δεκαετία του 1960 το χωριό προμηθευόταν νερό από τις δύο βρύσες βρισκόταν στην οδό Πίνδου η μία και η άλλη στη λεωφόρο Ηρακλείου απέναντι από τη Διομήδους Κομνηνού. Ο πρώτος επιστάτης της αποικίας ήταν ο Χριστόφορος Νέζερ (παππούς του ηθοποιού), τα σπίτια που κτίστηκαν ήσαν 19 και οι Βαυαροί άποικοι ήταν 23 το ’37 και 63 το ’40 στην πλειοψηφία τους Καθολικοί. Κάθε οικογένεια πήρε ένα σπίτι και 42 στρέμματα για καλλιέργεια.
Στις 3.5.1842 άρχισε να κτίζεται ο Καθολικός ναός του Ευαγγελιστή Λουκά Γοτθικού ρυθμού με χρήματα (17.000 φλορίνια) από τον Βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο μέσω της θρησκευτικής εταιρείας του Μονάχου στην οποίαν ήταν πρόεδρος. Είχε γίνει κάποιος έρανος στη Λυών για τον Αγ.Λουκά, από τον οποίον μάζεψαν 3.000 φράγκα. Εγκαινιάστηκε στις 18.10.1845, είναι ο δεύτερος εν ζωή Καθολικός ναός της Αττικής, αφού ο πρώτος έγινε στον Πειραιά το 1839 από τους πρώτους Συριανούς κατοίκους του. Αρχιτέκτονας του ναού ήταν ο Βαυαρός Θεόφιλος Χάνσεν και εργολάβος ο Στέφανος Κοσαδίνης. Η εικόνα του Αγίου Λουκά λέγεται ότι φιλοτεχνήθηκε από μια Γερμανίδα πριγκίπισσα στην Αθήνα. Στον Αγ. Λουκά εκκλησιάζονταν και οι λίγοι προτεστάντες άποικοι, ύστερα από παρότρυνση της Αμαλίας.
Τη δεκαετία του 1840 όταν οι άποικοι άρχισαν να πληρώνουν φόρους στο κράτος έφυγαν 9 οικογένειες, σχεδόν η μισή αποικία και στη θέση τους ήρθαν 9 οικογένειες αμπελουργών από το OBERPFALZ της Βαυαρίας, οι οποίοι αποτέλεσαν το δυναμικότερο κομμάτι του οικισμού πολιτών αυτή τη φορά κι όχι στρατιωτών.
Στα πρώτα χρόνια της αποικίας ο περίβολος γύρω από τον Άγιο Γεώργιο (1845-62) χρησίμευε ως Νεκροταφείο, ενώ το 1862 μεταφέρθηκε στο σημερινό ύστερα από τη δωρεά της Αιμιλίας Μύλλερ και της Μαρίας Βάγγερ. Οι Βαυαροί θεωρούσαν τον Άγιο Γεώργιο θαυματουργό, γι’αυτό όταν αρρώσταιναν τα άλογά τους τα γύριζαν τρεις φορές γύρω από το ναό για να γίνουν καλά, ενώ άλλες φορές έπαιρναν βαμβακερή κλωστή, με την οποίαν έζωναν τον ναό, κατόπιν τη μάζευαν και την έβαζαν στο κεφάλι του αλόγου λέγοντας προσεχές. Μπροστά από το ναό περνούσε ένα ρέμα, τα νερά του οποίου έτρωγαν τα θεμέλια του. Με παρότρυνση του ίδιου του Όθωνα πραγματοποιήθηκαν αποχετευτικά έργα για να σώσουν το ναό από το ρέμα. Ένας λόγος που δεν κτίστηκαν τείχη στην ανατολική πλευρά του οικισμού ήταν η πιστή του Όθωνα στο ότι από την πλευρά αυτή θα τους φυλάει ο Άγιος Γεώργιος. Όντως, όσες φορές λεηλατήθηκε ο οικισμός από τους ντόπιους Αρβανίτες δεν πέρασαν ποτέ από την πλευρά του Αγ. Γεωργίου.
Το 1858 ήρθε ο ζυθοποιός Fuchs από το Muhldorf της Βαυαρίας στην Ελλάδα για να συναντήσει τον πατέρα του Γεώργιο, που εργαζόταν ως μεταλλειολόγος στα ορυχεία της Κύμης και του Λαυρίου. Αυτός έμεινε στην αποικία και δημιούργησε απέναντι από τον Άγιο Λουκά στην Ηρακλείου ένα ζυθοποιείο το οποίο σώζεται και στις μέρες μας, ενώ υπήρξε η σκέψη να μετατραπεί η αποικία, η οποία δεν εξελισσόταν πληθυσμιακά, σε χωριό εξειδικευμένων εργατών μπύρας που θα δούλευαν γι’ αυτόν. Η σκέψη αυτή δε πραγματοποιήθηκε, γιατί το 1862 ο Όθωνας που τον έφερε στην αποικία, εξορίζεται από την Ελλάδα, με αποτέλεσμα ο Φιξ να φύγει από την αποικία και να φτιάξει ζυθοποιείο στο Κολωνάκι το 1864.
Το 1862 η αποικία είχε γύρω στους 70 κατοίκους, αλλά μετά την εκθρόνιση του Βασιλιά το κλίμα έγινε πολύ βαρύ γι’αυτούς και αρκετές οικογένειες ακολούθησαν τον Όθωνα στην Βαυαρία, αφήνοντας πίσω λίγες οικογένειες και μερικούς εργένηδες. Τότε, για να μην εγκαταλειφθεί εντελώς ο οικισμός εξαιτίας του ότι οι εναπομείναντες Βαυαροί δε μπορούσαν να βρουν νύφες λόγω της διαφορετικής θρησκείας, ο Καθολικός παπάς λειτούργησε ως προξενητής μεταξύ των Βαυαρών και Καθολικών κοριτσιών από τη Σύρο. Τις επόμενες δεκαετίες, από το νησί αυτό αλλά και από άλλα μέρη άρχισαν να συρρέουν στον οικισμό πολλές Καθολικές οικογένειες: Μαρκέτης, Παναγιωτόπουλος, Στάντζος, Καπελλάς, Ροσσολάτος, Μακρυωνίτης, Χωμενίδης, Δελαζάρης, Μουσουράκης, Βακόνδιος, Ξανθάκης, Φιλιππούσης, Φραγκούλης, Αλβέρτης, Δαλέζιος, Γαδ–Κων/λη, Χαρικιώπουλος-Τήνος. Η εγκατάσταση των Ελληνοκαθολικών επίσπευσε τη δημιουργία των νέων γειτονιών της Πίνδου, της Δωδεκανήσου, της Ανδρούτσου, της Μουστακλή, της Αλωνίων και της Πλαπούτα (στις αρχές της).
Η αποικία τον 19ο αιώνα θεωρούνταν από τα γύρω Αρβανιτοχώρια ξένο σώμα, αφού λεηλατήθηκε επανειλημμένως ιδίως το 1843 & το 1862 και ποτέ δεν τους χορήγησαν αφιλοκερδώς τη βοήθειά τους. Η συνεισφορά των Βαυαρών του Ηρακλείου στην ενδυμασία των Αρβανιτών χωρικών της Αττικής έγκειται στη διάδοση σε αυτούς του Βαυαρικού κούκου. Ο κούκος ήταν ένα πάνινο καπέλο με γείσο που τους είχε προμηθεύσει το Υπουργείο Στρατιωτικών για να προστατεύουν το κεφάλι τους από τον ήλιο κατά τη διάρκεια των αγροτικών εργασιών. Ο οικισμός μέχρι το 1912 άνηκε στον Δήμο Αμαρουσίου. Τα 3 πρώτα χρόνια της αποικίας υπήρχαν 12 οινοπωλεία, τα οποία καταργήθηκαν το 1840 όλα πλην ενός από τον πρώτο επιστάτη Χριστόφορο Νέζερ, λόγω της μέθης των κατοίκων. Στα επόμενα χρόνια η βασική ασχολία των κατοίκων είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία. Τα χωράφια στα πρώτα χρόνια της αποικίας ήταν γεμάτα αμπέλια (πολλοί άποικοι ήταν αμπελουργοί στη χώρα τους) τα οποία στην πορεία ξηλώθηκαν και αντικαταστάθηκαν από καλλιέργειες σταριού, κριθαριού και σίκαλης. Με τις καλλιέργειες αυτές ασχολούνταν οι Ηρακλειώτες μαζί με τους κατοίκους των γειτονικών χωριών (Κουκουβάουνες, Μαρούσι, Μενίδι, Λιόπεσι).
Αμπέλια υπήρχαν κυρίως στο Ψαλίδι (Φιξέικα), τα οποία αντικαθίστανται με ελιές στις αρχές του 20ου αιώνα. Τα αλώνια του Π.Ηρακλείου ήταν 4 και βρίσκονταν όλα σε ακτίνα 100 μέτρων από τις μπασκέτες μπροστά από το 4ο δημοτικό σχολείο, ενώ υπήρχε κι άλλο ένα στο Ψαλίδι που άνηκε στην οικογένεια Αθανασιάδη. Ελαιοτριβείο στο χωριό δεν υπήρχε. Τα πατητήρια σταφυλιού του χωριού ήταν 3 και άνηκαν στον Καρλή (στην αυλή της ταβέρνας του στην πλατεία) στον Αντώνη Βάγγερ (Κομνηνού & Χαλκίδος) και ένα στην οικογένεια Φιξ. Το 1885 2 χλμ νοτίως του οικισμού δημιουργείται σταθμός σιδηροδρόμου που ξεκινούσε από την πλατεία Λαυρίου στην οδό Γ’ Σεπτεμβρίου και κατέληγε στον Διόνυσο (μάρμαρα) από τη μία και στο Λαύριο (ορυχεία) από την άλλη. Στο Ηράκλειο γινόταν αυτή η διακλάδωση προς τις δύο κατευθύνσεις. Φτάνουμε στο 1912 όπου το χωριό είχε 140 κατοίκους, στην πλειοψηφία τους Καθολικοί με καταγωγή κυρίως τη Βαυαρία και τη Σύρο. Το χωριό εκτεινόταν από τον παλιό Γαλαξία μέχρι τις αρχές της Πλαπούτα. Σε γενικές γραμμές, οι Βαυαροί έμεναν κυρίως στο δυτικό τμήμα και οι Ελληνοκαθολικοί στο ανατολικό.
Μετά το ξεκαθάρισμα πολλών δεκαετιών, οι μεγαλύτερες οικογένειες του χωριού ήταν των Βάγγερ και των Πίτλιγγερ. Τότε ο οικισμός φεύγει από τον Δήμο Αμαρουσίου και εντάσσεται στον Δήμο Αθηναίων. Στις αρχές του 20ου αιώνα και ιδιαιτέρως στα τέλη της δεκαετίας του ’10 άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους οι πρώτοι κάτοικοι γύρω από το σταθμό, οι οποίοι είναι υπάλληλοι της εταιρείας σιδηροδρόμων και μεσοαστοί έμποροι από την Αθήνα. Από τότε γίνεται ο διαχωρισμός μεταξύ των 2 οικισμών. Ο οικισμός γύρω από το σταθμό ονομάστηκε Νέο Ηράκλειο και ο παλιός οικισμός των Βαυαρών Παλαιό Ηράκλειο. Το 1920 άρχισε να κτίζεται στο λόφο Κουμανούδη η Αγία Τριάδα (τελείωσε το ’38) ενώ το ίδιο έτος έπαψε να λειτουργεί ο σταθμός λόγω κόστους. Τη δεκαετία του '20 κτίστηκε το 1ο Δημοτικό στο Κάτω Ηράκλειο, ενώ το 2ο και το 3ο κτίστηκαν τη δεκαετία του'30.
Το 1922 ήρθε ο ιερομόναχος από το Αργυρόκαστρο της Β. Ηπείρου ο αρχιμανδρίτης Ιωακείμ Ζέρβας, ο πρώτος Ορθόδοξος ιερέας στο Ηράκλειο, ο οποίος λειτούργησε στην Αγία Τριάδα και στον Άγιο Γεώργιο μέχρι το τέλος της ζωής του το 1955. Πιστεύεται ότι το 1922 ήρθαν στο Ηράκλειο περίπου 2.500 Μικρασιάτες. Στο σημερινό Ηράκλειο ήρθαν λιγότεροι, γιατί μέχρι το 1934 που ιδρύθηκε ο Δήμος Νέας Ιωνίας το Ηράκλειο έφτανε μέχρι το σημερινό ΙΟΝΙΑ CENTER, ακόμα η Καλογρέζα και η Αλσούπολη άνηκε στην κοινότητα Ηρακλείου. Δηλαδή οι πρόσφυγες της σημερινής Βόρειας Νέας Ιωνίας και της Καλογρέζας απογράφηκαν στο Ηράκλειο. Επίσης στο Ηράκλειο άνηκε και η Λυκόβρυση μέχρι την Αγία Βαρβάρα μέχρι το 1949, όταν συστάθηκε η κοινότητα Λυκόβρυσης.
Κατά το μεσοπόλεμο σ΄όλη την Αττική υπήρχε μια οικιστική ανάπτυξη, έτσι και στο Ηράκλειο. Από 341 κατοίκους που είχε το ’20 έφτασαν τους 3457 το ’40. Ο πληθυσμός του περίπου δεκαπλασιάστηκε μέσα σε 20 χρόνια. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να γίνει κοινότητα το ’25 και Δήμος το ’48. Το 1931 η τότε Κοινότητα συνδέθηκε συγκοινωνιακώς με τη γειτονική Νέα Ιωνία (τότε Ποδαράδες) και την Αθήνα. Στις αρχές του 20ου αι., στο Π.Ηράκλειο οι γόνοι των Καθολικών άρχισαν να παντρεύονται με γόνους των Ορθόδοξων Αρβανιτών (Σταυριανός, Κόλλιας, Μιλίγκος, Μαυρίκης) των γύρω χωριών (κυρίως Κουκουβάουνες), ενώ στον μεσοπόλεμο άρχισαν να έρχονται οι πρώτες Ορθόδοξες οικογένειες από την Μικρά Ασία (Τερζόγλου) και την Εύβοια (Κυπραίος). Αυτοί δεν δημιούργησαν δικές τους γειτονιές, αλλά αναμείχθηκαν στις υπάρχουσες γειτονιές των Καθολικών.
Την ίδια περίοδο στο Παλιό Ηράκλειο φτιάχτηκε το πρώτο σχολείο το ’19 (Αλωνίων & Ηρακλείου), το '33 εξωραΐστηκε η πλατεία του Αγίου Λουκά (δαπάναις οικ.Φιξ) με το Ηρώο (δαπάναις οικ.Μάμμoυ), η οικογένεια Φιξ έφτιαξε τη βίλλα της σε κτήμα 27 στρεμμάτων, κτίστηκε ένα μεγαλύτερο σχολείο το 1939 από τον Ιωάννη Φιξ ύστερα από τη δωρεά του χώρου από την οικογένεια Πίτλιγγερ. Το 1935 εγκαινιάστηκε το Ορθόδοξο νεκροταφείο, ενώ η εκκλησία των Απ. Πέτρου & Παύλου του κοιμητηρίου κτίστηκε στις αρχές του ‘70 με δαπάνη της οικογένειας Πετροπούλου.
Λόγω της αύξησης των Ορθοδόξων κατοίκων του Π.Ηρακλείου στη θέση του παλιού Αγ. Γεωργίου το 1935 κτίστηκε ένας μεγαλύτερος, ο οποίος εικονογραφήθηκε από τον αγιογράφο Φώτη Κόντογλου (ο οποίος έμενε στη γειτονική Ν.Ιωνία) και τους μαθητές του το 1958. Την ίδια περίοδο, στο Κάτω Ηράκλειο (ιδιαιτέρως στην πλατεία Όθωνος) ήρθαν μερικές οικογένειες Γερμανών προτεσταντών. Ο λόγος που δεν συνοικίστηκαν στο Παλιό Ηράκλειο με τους ομοεθνείς τους ήταν οι παραδοσιακά κακές σχέσεις Καθολικών και Προτεσταντών. Αυτές οι κακές σχέσεις έχουν πηγή την ίδια τους την πατρίδα και οι αιτίες είναι περισσότερο ιστορικές (τριακονταεντής πόλεμος) και ταξικές (φτωχοί Καθολικοί-πλούσιοι Προτεστάντες) παρά θρησκευτικές. Ένας από αυτούς τους Γερμανούς προτεστάντες ήταν και ο Δήπελ, ο οποίος καταγόταν από οικογένεια σαγματοποιών της Βασιλικής οικογενείας που ήρθαν στην Ελλάδα την περίοδο της αντιβασιλείας του Όθωνα ως σαγματοποιοί στα άλογά τους. Κατά το μεσοπόλεμο, επειδή δε μπορούσε να βρει δουλειά στην ειδικότητά του στους Βασιλείς, αφού είχαν φύγει μετά το δημοψήφισμα του 1924, ήρθε στο Ηράκλειο για να εξασκήσει το επάγγελμα της οικογενείας του κοντά στους Ομοεθνείς του. Έμενε εκεί που είναι σήμερα το κολυμβητήριο του Ηρακλείου και παλιότερα το εργοστάσιο πετσέτας Σαΐτα (τετράγωνο Ηρακλείου, Χρυσανθέμων, Βενιζέλου, Δρυάδων), ήταν Γερμανός υπήκοος, μιλούσε σπαστά τα Ελληνικά και κατά τη διάρκεια της κατοχής τον επιστράτευσαν οι Γερμανοί και τον ανάγκασαν να συνεργαστεί μαζί τους και να φορέσει στολή αξιωματικού των SS. Έδρασε στην Αθήνα με μεγάλη σκληρότητα και είχε πολλά κτήματα στην περιοχή, ένα εκ των οποίων ήταν αυτό του σημερινού 1ου & 2ου Γυμνασίου-Λυκείου επί της οδού Πευκών. Εκτός από αυτόν υπήρχε κι άλλος ένας Γερμανός προτεστάντης στο Ηράκλειο που συνεργάστηκε με τις δυνάμεις κατοχής ονόματι Σερρ. Όλοι αυτοί φύγανε με την απελευθέρωση του '44. Στις 6.5.1941 έρχεται ο Χίμλερ ο αρχηγός των SS στο Παλαιό Ηράκλειο, ανέφερε στον εφημέριο του Αγ.Λουκά Δον Γαβαθά ότι ήρθε για να προσκυνήσει τον τόπο της καταγωγής του. Πράγματι στο Καθολικό νεκροταφείο είχε θαφτεί μια θεία του ονόματι Αμαλία Βολφ, τον τάφο της οποίας επισκέφτηκε. Τότε εκεί που βρίσκεται σήμερα ο Βερόπουλος (στο σπίτι του Λούη Α. Βάγγερ) εγκαθίδρυσε ένα Γερμανικό σχολειό με δασκάλα τη Μαρί Σιούμαν. Το Πάσχα του 1942 εφαρμόστηκε σχέδιο από τους ΝΑΖΙ να μετοικίσουν οι Γερμανογενείς κάτοικοι του Π.Ηρακλείου στη Γερμανία. Κάποιοι από αυτούς έφυγαν με τη θέληση τους λόγω της πείνας και της προπαγάνδας του Γερμανικού σχολείου ενώ άλλοι απήχθηκαν. Ο αριθμός των αποχωρησάντων ήταν γύρω στους 120. Υπάρχει πηγή που ανεβάζει τους αποχωρήσαντες στους 250, ίσως συμπεριλαμβάνονται κι άλλοι από τη Γερμανική κοινότητα Αθηνών που έφυγαν για να προστατευτούν από την πείνα και τον πόλεμο.
Τους πήγαν σε ένα πανδοχείο στη λίμνη Tegernsee της Βαυαρίας, εκεί έκατσαν για 3 εβδομάδες, ύστερα τους πήγαν σε ένα εργοστάσιο-στρατόπεδο στο Πασσάου, εκεί προσπάθησαν να τους αναγκάσουν να γίνουν Γερμανοί πολίτες χωρίς επιτυχία αφού υπέγραψαν λίγοι. Όταν το ΄45 απελευθερώθηκε το στρατόπεδο από τους Αμερικανούς, οι περισσότεροι όσων γλίτωσαν επέστρεψαν στο Ηράκλειο, ενώ κάποιοι παρέμειναν στη Γερμανία. Αυτή η ιστορία αποσιωπείται για ευνόητους λόγους. Από το 1938 έως το 1962 γύρω από το σταυρό της Κύμης με την Αντύπα στα σύνορα Ηρακλείου, Ν.Ιωνίας και Αμαρουσίου λειτούργησαν ανθρακωρυχεία που εξόρυσσαν λιγνίτη. Στα χρόνια της κατοχής οι Γερμανοί επέταξαν τα ορυχεία και δημιούργησαν παρακαμπτήρια σιδηροδρομική γραμμή (1942) για να μεταφέρουν τον λιγνίτη στο Λαύριο. Εκτός αυτού ο Ηρακλειώτικος λιγνίτης προμήθευε την Ηλεκτρική εταιρεία, το εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος Κερατσινίου και την εταιρεία Γκαζιού. Στα κατοχικά χρόνια τα ορυχεία έφτασαν στην ακμή τους με 1.800 εργάτες. Γύρω στο ’57 & ’62 κλείσανε λόγω της διαμάχης της ιδιοκτήτριας εταιρείας και των κατοίκων. Οι ανθρακωρύχοι που δούλεψαν σ’αυτά κάτω από δύσκολες συνθήκες ήρθαν από το Λαύριο και την Εύβοια. Προφανώς έδωσαν το όνομα στην Κύμης από την ιδιαίτερη πατρίδα των πρώτων οικιστών της περιοχής. Εξαιτίας της γενικής εγκατάλειψης, η περιοχή ονομάζεται υποτιμητικά «πατσαβουρέικα». Γύρω από αυτά τα ορυχεία είχε κτισθεί η αρχαία Ηφαιστία και οι Βυζαντινές Χαλκωματάδες. Στα χρόνια της κατοχής λόγω των ορυχείων η πόλη μετατράπηκε σε Γερμανικό στρατόπεδο. Αυτό είχε ως συνέπεια την ανάπτυξη ενός ισχυρού αντιστασιακού κινήματος μέσα από το οποίο αναδείχθηκαν οι αγωνιστές: Ηλέκτρα Αποστόλου (σκοτώθηκε το ‘44), ο Γιάννης Μπομποτίνος, ο Κώστας Ωραιόπουλος (σκοτώθηκε το ‘43), ο Παναγιώτης Μικρόπουλος (σκοτώθηκε το ‘44), ο Παναγιώτης Γκόβας (σκοτώθηκε το ‘44) και ο Προκόπης Κατσούλης (σκοτώθηκε το ‘44). Στα τέλη της δεκαετίας του '40 η Πριγκίπισσα Αλίκη (μητέρα του Δούκα του Εδιμβούργου Φιλίππου συζύγου της Βασ.Ελισσάβετ Β΄) κτίζει εξοχική κατοικία στην οδό Πευκών & Φιλυρών, στην οποία βρίσκεται το παρεκκλήσιο της Βασιλικής Οικογενείας ονόματι «Μάρθα-Μαρία». Το σπίτι αυτό δωρίθηκε στον Ερυθρό Σταυρό με σκοπό να γίνει γηροκομείο, ιδιότητα με την οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα. Μετά τον πόλεμο, την κατοχή και τον εμφύλιο που κατέστρεψε την Ελληνική επαρχία, όπως η υπόλοιπη Αθήνα, έτσι και το Ηράκλειο, που είναι πλέον Δήμος, δέχθηκε φτωχούς κατοίκους από όλη την Ελλάδα. Το προάστιο αρχίζει να μετατρέπεται εν μέρει σε εργατούπολη με Βιομηχανική περιοχή το τετράγωνο Πολυτεχνείου, Ηρακλείου, Β.Ηπείρου, Πευκών. Η περιοχή τις δεκαετίες του ’60 και του ‘70 γέμισε βιοτεχνίες με βασικό αντικείμενο το ύφασμα.
Από το ’51 μέχρι το ’81 ο πληθυσμός του Ηρακλείου ανά δεκαετία σχεδόν διπλασιάζεται. Οι Πελλοποννήσιοι (Μεσσήνιοι, Αρκάδες) είναι το βασικότερο στοιχείο του Δήμου και εγκαταστάθηκαν σε όλη την έκτασή του. Οι Μικρασιάτες εγκαταστάθηκαν το '22 κυρίως κάτω από τις γραμμές του τρένου και στην Ιφιγενείας. Οι Ευβοιώτες (Κύμη ως επί το πλείστον) ήρθαν από το Λαύριο τις δεκαετίες του ’30 και του ’40. Εκεί εργάζονταν στα ορυχεία της περιοχής και όταν άρχισαν να λειτουργούν τα Ηρακλειώτικα ορυχεία ήρθαν ως εργάτες μέσω της σιδηροδρομικής γραμμής που ένωνε το Ηράκλειο με το Λαύριο. Εγκαταστάθηκαν γύρω από τη Μαρίνου Αντύπα στα σύνορα με την Καλογρέζα.
Τις δεκαετίες του '60 και '70, οι Ηπειρώτες εγκαθίστανται στο Βορειοανατολικό Ηράκλειο, όπου δίνουν το όνομά τους στην περιοχή (Ηπειρώτικα), οι Κρητικοί στο Κάτω Ψαλίδι και οι Σερραίοι στο Π.Ηράκλειο. Τα υπόλοιπα πληθυσμιακά στοιχεία (Ρουμελιώτες, Θεσσαλοί κ.α.) εγκαταστάθηκαν σε όλη την έκταση του Δήμου. Το Π.Ηράκλειο αναπτύχθηκε οικιστικά κυρίως την περίοδο 65-85, είναι η περίοδος που ενώθηκαν τα δύο τοπωνύμια του Δήμου.
Την περίοδο 95-2004 υπάρχει έντονη οικιστική δραστηριότητα στο Ηράκλειο αλλά και σε ολόκληρη την Αττική, λόγω της γενικής οικιστικής ανάπτυξης που είχε φέρει στην Ελλάδα η εφορία της ανόδου του Χρηματιστηρίου και η προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων. Αναπτύχθηκε περισσότερο το ανατολικό Ηράκλειο που μέχρι τότε ήταν αραιοκατοικημένο λόγω του ελαιώνα της Κύμης. Τη δεκαετία του ’50 ο Πράσινος Λόφος κτίζεται από θύματα και αναπήρους πολέμου, οι οποίοι αρχίζουν να ανοικοδομούν το ναό της Παναγίας το '55, ο οποίος ακόμα κτίζεται. Το ’57 επαναλειτουργεί ο σταθμός του τρένου που αυτή τη φορά ενώνει το Ηράκλειο όχι μόνο με την Αθήνα αλλά και με τον Πειραιά.
Το '58 ο Δήμος συνδέεται με δίκτυο ύδρευσης και το '63 με δίκτυο αποχέτευσης.
Το 1964 ο Επιμορφωτικός σύλλογος Ηρακλείου συστήνει την Δημοτική βιβλιοθήκη, εκεί που βρισκόταν παλιότερα το γνωστό κέντρο διασκέδασης Ζέφυρος του Κ. Σταυριανού, στο οποίο είχαν τραγουδήσει γνωστά ονόματα του τραγουδιού ανάμεσα τους ο Σ.Καζαντζίδης και η Σεβάς Χανούμ το 1955. Τη δεκαετία του 2000 λειτούργησε η Αττική οδός και ο Προαστιακός σιδηρόδρομος με σταθμό στο Ηράκλειο. Στον εκπαιδευτικό τομέα, η πρώτη προσπάθεια υποδομής μέσης εκπαίδευσης έγινε το 1972, όταν κατασκευάστηκε το συγκρότημα των σχολείων στην οδό Πευκών, το οποίο φιλοξένησε τα περισσότερα Γυμνάσια και Λύκεια του δήμου για δεκαετίες, έως ότου απέκτησαν τα δικά τους κτίρια. Η δεύτερη έγινε όταν τη δεκαετία του '80 λειτούργησε η σχολή του ΟΑΕΔ-ΚΕΤΕΚ στην Πευκών στο Π.Ηράκλειο. Σήμερα στον δήμο λειτουργούν 14 Δημοτικά, 5 Γυμνάσια και 4 Λύκεια. Στον αθλητικό τομέα, μέχρι τη δεκαετία του 90 σώζονταν τα 2 ερασιτεχνικά ποδοσφαιρικά γήπεδα του ΟΦΗ και της Α.Ε. Ηρακλείου(1929) στον ελαιώνα της Κύμης και το άλλο της ΑΟ Παλαιού Ηρακλείου (ΑΟΠΗ) στην Πευκών. Πλέον, μετά την κατασκευή της Αττικής οδού σώζεται 1 μικρό γήπεδο στην Κύμης και 1 μεγαλύτερο με κερκίδες στην Πρασίνου Λόφου πάνω από την Αττική οδό, που ανήκει στην ΑΕ Ηρακλείου, η οποία αγωνίζεται στη Δ' Εθνική.
Στην οδό Κουντουριώτου & Πολυτεχνείου υπάρχει το γήπεδο μπάσκετ του ΤΥΦΩΝΑ. Το σωματείο αυτό ιδρύθηκε στην Κυψέλη το '44, μετακινήθηκε στο Ν.Ηράκλειο το '65 και τη δεκαετία του 2000 συνενώνεται με την Ένωση Ηρακλείου. Πλέον αγωνίζεται στο κλειστό δημοτικό γυμναστήριο «Χαρά Καρυάμη» στην Καναπίτσα μαζί με την ομάδα βόλεϊ του Ηρακλείου. Εκκλησιαστικώς, το Ηράκλειο ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Ν.Ιωνίας & Φιλαδελφείας που ιδρύθηκε το 1974. Οι ενορίες είναι τέσσερις: η Αγία Τριάδα(1938-άρχισε το 1920), ο Άγιος Γεώργιος(1935-κτίσθηκε στη θέση του παλιού), η Κοίμησις της Θεοτόκου (1964-άρχισε το 1955) και ο Άγιος Νεκτάριος (1974-άρχισε το 1962).
Εκτός αυτών υπάρχουν οι κάτωθι Ορθόδοξες εκκλησίες: των Ταξιαρχών με το Παλιό ημερολόγιο στην Ιφιγενείας, το εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου στο Άνω Ηράκλειο (κτίστηκε στον μεσοπόλεμο από τον μοναχό Μάρκο Τσίκουρα), το μοναστήρι του Αγίου Στεφάνου στο Π.Ηράκλειο (άρχισε να κτίζεται το 1927), το παρεκκλήσι του Αγίου Φανουρίου που κτίστηκε στον προαύλιο χώρο του Αγίου Γεωργίου το 1958 με δαπάνη του Βορειοηπειρώτη Νικολάου Μάρα. Κοντά στην εκκλησία της Παναγίας υπήρχε το ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής που άνηκε στην Κλεοπάτρα Κουράκλη, ενώ κοντά στην Πρασίνου Λόφου το 1929 η Ιουλία Κουτσάκου κτίζει μαζί με το σπίτι της τον Άγιο Σπυρίδωνα. Η Αγία Τριάδα ήταν γνωστή στην ευρύτερη περιοχή, ιδιαιτέρως τα παλιότερα χρόνια, για το πανηγύρι της την ημέρα του Αγίου Πνεύματος, που διενεργείται από το 1930 μέχρι τις μέρες μας. Εκτός αυτών των Ορθοδόξων, η Καθολική εκκλησία έχει μεγάλη παρουσία στον δήμο, την ισχυρότερη από όλους τους δήμους του νομού Αττικής. Εκτός από τον Άγιο Λουκά (1845) οι Καθολικές εκκλησίες είναι: της Αγίας Θηρεσίας (1929 κοντά στην Ιφιγενείας), η ιδιωτική της Αγίας Θηρεσίας (1938) που έκτισε ο Αντώνης Φιξ στο κτήμα του κοντά στην Ελληνική Παιδεία και δύο μονές (Κάρμελ, Άγιος Ιωσήφ). Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία της «Εκκλησίας» των μαρτύρων του Ιεχωβά που βρίσκεται στην οδό Ελ.Βενιζέλου & Κύπρου στην Αττική οδό. Οι πρώτοι Ιεχωβάδες που ήρθαν στο Π.Ηράκλειο ήταν το '45 όταν κάποιοι από τους επαναπατρισθέντες Γερμανογενείς προσηλυτίστηκαν από τους συγκρατούμενους τους στο στρατόπεδο του Πασσάου την περίοδο 1942-45. Σήμερα αποτελούν σημαντική θρησκευτική κοινότητα στο Π.Ηράκλειο. Σήμερα ο μέσος Αθηναίος γνωρίζει το Ηράκλειο ως Νέο Ηράκλειο, και το ξέρει για το σταθμό και τις καφετέριες γύρω από αυτόν. Το Ηράκλειο θα έπρεπε να ήταν γνωστό ως: 1. ο μοναδικός οικισμός στην Ελλάδα που δημιουργήθηκε και αποικήθηκε από Γερμανούς.
2. ο Δήμος με τη μεγαλύτερη ιστορία και υποδομή της Καθολικής εκκλησίας και το μεγαλύτερο ποσοστό Καθολικών στην Αττική.
Μέχρι τον μεσοπόλεμο η πλειοψηφία των κατοίκων του Π.Ηρακλείου ήταν Καθολικοί. Από τον Αγ.Λουκά μέχρι την Κάτω Πεύκη η περιοχή είναι γεμάτη με εγκαταστάσεις της Καθολικής εκκλησίας: το ίδρυμα του Καλού Σαμαρείτη, το πνευματικό κέντρο της ενορίας, οι δύο μονές (Κάρμελ, Άγιος Ιωσήφ), το σχολείο του Αγίου Διονυσίου και το νεκροταφείο.
Στην Ελλάδα υπάρχουν 47.000 Έλληνες Καθολικοί (ποσοστό 0,45%), στην Αττική 30.000 περίπου (0,8%) και στο Ηράκλειο 700 (1,5%). Στο Παλιό Ηράκλειο το ποσοστό σχεδόν διπλασιάζεται από αυτό του Δήμου, ενώ σε κάποιες γειτονιές γύρω από τον Άγιο Λουκά το ποσοστό τους φτάνει διψήφια ποσοστά.
3. το μέρος που φτιάχτηκε η πρώτη μπύρα στην Ελλάδα το 1858 από την οικογένεια Φιξ που είχε το μονοπώλιο στην Ελλάδα από το 1864 ως το 1963.
4. το μέρος που έγινε το πρώτο κτηματολόγιο από τον Βαυαρό Baur για να κατανεμηθούν τα αγροκτήματα στους Βαυαρούς αποίκους.
Το κείμενο επιμελήθηκε ο Δημήτρης Καλαντζής
|